Displaying items by tag: ψυχική υγεία

 

Πάσχουμε οι Έλληνες από κατάθλιψη και γιατί προσφεύγουμε στη φαρμακολογία;

 

Τα εντυπωσιακά νούμερα των στατιστικών προσφέρουν μια ηδονή σε αυτούς που τα διαβάζουν. Εντυπωσιάζουν, ακόμη και εάν είναι ενδεικτικά μιας καθ' όλα αρνητικής κατάστασης που χαρακτηρίζει μια κοινωνία, πόσο μάλιστα εάν αφορούν τη ψυχική μας υγεία. Τα χρόνια της κρίσης η κατάθλιψη και άλλες ψυχικές νόσοι αυξήθηκαν. Αυτό είναι μια διαπίστωση; Ή μια φήμη που την έχουμε πιστέψει όλοι μας; Το ακούμε από τον φίλο, τον συγγενή, τον γείτονα. Ίσως να το λέμε και εμείς. «Είμαι πολύ αγχωμένος», «δεν μπορώ να χαρώ με τίποτα» και άλλα συναφή. Επίσης, εκτός από την εξοικείωση με ψυχιατρικούς όρους, μάθαμε να μιλάμε και σαν φαρμακοποιοί. Νέες λέξεις όπως Ladose, Xanax, εντάχθηκαν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Ακόμη και η γιαγιά στην επαρχία μπορεί να μιλήσει άνετα με όρους φαρμακολογίας, ενίοτε να κάνει και διαγνώσεις.

Όμως, τι πραγματικά συμβαίνει στην Ελλάδα; Πράγματι η πλειονότητα του πληθυσμού υποφέρει από κατάθλιψη και άλλες αγχώδεις διαταραχές; Από πού προκύπτει αυτό; Πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα και πόσο εύκολα προσφεύγουμε στη φαρμακολογία;

Μια ζοφερή εικόνα μας δίνει ο κ. Νικόλαος Θωμαΐδης, ο επικεφαλής του τμήματος Αναλυτικής Χημείας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και επικεφαλής της επιδημιολογικής έρευνας η οποία κατέγραψε, βάσει των ευρημάτων στα λύματα της Αθήνας που καταλήγουν στην Ψυττάλεια, μια μεγάλη αύξηση ψυχοφαρμάκων και άλλων παράνομων ουσιών. Επί πέντε χρόνια, από το 2010 έως το 2015, εφάρμοσε μια μεθοδολογία που ονομάζεται «sewage epidemiology» δηλαδή επιδημιολογία λυμάτων προκειμένου καταγράψει την ποσότητα που οι πολίτες κατανάλωσαν σε φάρμακα και ναρκωτικά. Η έρευνα δημοσιεύθηκε το 2016 και τα ευρήματα ήταν εντυπωσιακά. Οι δειγματοληψίες ήταν σταθερές μια εβδομάδα κάθε μήνα επί πέντε συνεχή χρόνια.

Εκτός από τη δραματική αύξηση των ναρκωτικών ουσιών, καταγράφηκε και αύξηση στη χρήση ψυχοφαρμάκων. 

Ειδικότερα, υπήρξε μια αύξηση κατά 35 φορές στα αντιψυχωσικά, κατά 19 φορές στις ηρεμιστικές ουσίες βενζοδιαζεπίνες και κατά 11 φορές στα αντικαταθλιπτικά. Στα αντικαταθλιπτικά, μεγάλη αύξηση έχει η ουσία citalopram, με 5150 αρχικά δόσεις το 2010 και 116.416 δόσεις το 2014, αυξημένη κατά 22 φορές. Ταυτόχρονα, ένα άλλο συστατικό, η οξαζεπάμη αυξήθηκε από 9400 δόσεις το 2010 σε 200.004 δόσεις, δηλαδή μια αύξηση κατά 23 φορές πάνω.

Τα δείγματα ήταν μόνο από την Αττική, αλλά τα αποτελέσματα είναι ενδεικτικά δεδομένου ότι εδώ ζει το 40% του πληθυσμού της χώρας.

Αυτές οι αυξήσεις, όπως επισημαίνει ο ίδιος, συμπίπτουν με τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, όπως τη μείωση του βιοτικού επιπέδου και την ανεργία. Προσθέτει δε πως η συλλογή δειγμάτων συνεχίζεται και από τα μέχρι τώρα στοιχεία εξακολουθούν να καταγράφονται μεγάλα ποσοστά κατανάλωσης ψυχοφαρμάκων, όμως με μια σταθεροποιητικά τάση.

 

Tι συμβαίνει με την καταγραφή και τα επίσημα στοιχεία για την κατανάλωση ψυχοφαρμάκων;

Στο ερώτημά μας για το εάν υπήρξε αντίδραση από το αρμόδιο Υπουργείο απάντησε στη HuffPost Greece, πως παρότι επρόκειτο για ένα πρόγραμμα αριστείας το υπουργείο δεν αντέδρασε στα ευρήματα, εκτός από την εθνική συντονίστρια για τα ναρκωτικά. Επιπλέον τόνισε πως αν και ζήτησε στοιχεία από τον ΕΟΠΥΥ για την κατανάλωση ψυχοφαρμάκων προκειμένου να συγκρίνουν τα στοιχεία, ο Οργανισμός δεν τα έδωσε, ενώ εκφράζει την βεβαιότητα πως εάν είχε τα στοιχεία του ΕΟΠΥΥ, τα αποτελέσματα θα αναθεωρούνταν προς τα πάνω.

Η HuffPost Greece στην επικοινωνία που είχε με διάφορους φορείς άκουσε επανειλημμένα την άρνηση του ΕΟΠΥΥ να δώσει τα συγκεκριμένα στοιχεία. Σε αντίστοιχο αίτημα που εστάλη και από τον γράφοντα, ο ΕΟΠΥΥ, μέχρι και την ώρα που γραφόταν αυτό το κείμενο, δεν είχε απαντήσει αλλά δεσμεύτηκε να αποστείλει τα σχετικά στοιχεία.

«Δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες και ουσιαστική καταγραφή» δηλώνει στη HuffPost Greece ο κ. Απόστολος Βούρδας, παιδοψυχίατρος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Βασιλικού Κολλεγίου των Ψυχιάτρων του Ηνωμένου Βασιλείου και Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατροδικαστικής Εταιρείας .

Ο ίδιος μεταφέρει την αίσθηση που του περιγράφουν συνάδελφοι του από τον δημόσιο τομέα, όπου υπάρχει έλλειψη προσωπικού και υποστελέχωση, με αποτέλεσμα να πάσχουν οι υπηρεσίες την ώρα που πολλοί συνάνθρωποί μας αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Αντίστοιχα και ο κ. Θωμαΐδης περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες στην έρευνα που αντιμετωπίζουν στο Πανεπιστήμιο, λέγοντας πως οι περικοπές, η αποχώρηση μεγάλου μέρους του προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης και η μη αναπλήρωσή του είχα ως αποτέλεσμα μια δραματική και βίαιη μείωση του επιπέδου εργασίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εναπομείναντες εργαζόμενοι να υφίστανται μια αφόρητη πίεση με επιπτώσεις στην υγεία τους.

«Αποκτούμε υπέρταση, άσθμα» λέει και τονίζει πως αυτό που συνέβη σε αυτή την μικροκλίμακα, είναι κάτι αντίστοιχο με αυτό που συμβαίνει σε όλη την κοινωνία με την αλλαγή των εργασιακών συνθηκών. «Ο καθένας το εκδηλώνει με διάφορες ασθένειες και αυτό αποτυπώνεται και στην αύξηση των φαρμάκων που καταναλώνονται».

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα δείγματα που λήφθηκαν από τα λύματα στην Ψυτάλλεια καταγράφηκε αύξηση στην χρήση αντιυπερτασικών κατά 11 φορές, ενώ η χρήση φαρμάκων κατά του έλκους υπερδιπλασιάστηκε.

 

«Είναι η αίσθηση του αδιεξόδου και του αβοήθητου, ότι δηλαδή δεν έχω βοήθεια, δεν υπάρχει ελπίδα και το δεύτερο αφορά στην διαταραχή της κοινωνικής συνοχής. Αυτά τα δύο είναι πιο σημαντικά από τη μείωση του εισοδήματος»

 

Από την πλευρά του ο κ. Βούρδας, παραδέχεται ότι η ελληνική κοινωνία αγωνιά και ότι πράγματι υπάρχουν ζητήματα που αφορούν την ψυχική υγεία του πληθυσμού. Γνωρίζουμε, σχολιάζει, από διεθνείς επιδημιολογικές μελέτες πως δύσκολες κοινωνικοοικονομικές καταστάσεις οδηγούν σε καταθλίψεις και άλλες διαταραχές της συμπεριφοράς. Τέτοια φαινόμενα σχεδόν διπλασιάζονται σε περιόδους κρίσης.

«Υπάρχουν πολλοί μετανάστες με παιδιά που έχουν ανάγκες, και το αναφέρω καθώς είναι ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού. Επίσης υπάρχει και ο γηγενής πληθυσμός που βρίσκεται αντιμέτωπος με αδιέξοδα που έχουν προκύψει εξαιτίας της οικονομικής κρίσης» λέει και διευκρινίζει, πως για τους Έλληνες οι δυσκολίες έχουν αυξηθεί και φαίνεται μέσα στην οικογένεια με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα μπορεί το εισόδημα να έχει μειωθεί, καθώς ένας από τους δύο γονείς να έχει χάσει τη δουλειά του ή ένα παιδί από εκεί που πήγαινε στο ιδιωτικό σχολείο, να βρεθεί στο δημόσιο. Άλλοι έχουν χάσει τα σπίτια τους.


Γιατί το ρήγμα στη κοινωνική συνοχή ευθύνεται για τα ψυχολογικά προβλήματα περισσότερο από το οικονομικό ζήτημα

Υπάρχουν δυσκολίες, παραδέχεται ο κ. Βούρλας και υπογραμμίζει πως υπάρχουν δύο παράγοντες που συνδέονται περισσότερο με τα ψυχολογικά προβλήματα και την κατάθλιψη και δεν είναι το οικονομικό ζήτημα αυτό που κυριαρχεί.

«Είναι η αίσθηση του αδιεξόδου και του αβοήθητου, ότι δηλαδή δεν έχω βοήθεια, δεν υπάρχει ελπίδα και το δεύτερο αφορά στην διαταραχή της κοινωνικής συνοχής. Αυτά τα δύο είναι πιο σημαντικά από τη μείωση του εισοδήματος. Στην Ελλάδα παλαιότερα ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα και δεν είχαμε αυτά τα ψυχολογικά προβλήματα».

Στο ερώτημα πως εννοεί την κοινωνική συνοχή, απαντά πως κάποτε υπήρχε η αίσθηση ότι όλοι ανήκουμε σε μια ομάδα, σ' ένα σύνολο και όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε.

Αναπόφευκτα κάνω την παρατήρηση πως η διαστροφή αυτής της ιδέας προϋπήρξε της οικονομικής κρίσης, προκλήθηκε την εποχή της ευμάρειας όπου κυριάρχησε ένα ατομικιστικό και ηδονιστικό μοντέλο.

«Αυτή η κοινωνική συνοχή σε επίπεδο γειτονιάς, δήμου, σταδιακά περιορίστηκε, είμαστε αρκετά εγωιστές ως χαρακτήρες στην Ελλάδα» αναφέρει και προσθέτει: «Επιπλέον όταν ο μπαμπάς, η μαμά, ή οι παππούδες ασχολούνται αρκετά με τα οικονομικά και όταν λείπουν και πολλές ώρες από το σπίτι, αναπόφευκτα μειώνεται ο ποιοτικός χρόνος και η συνοχή της οικογένειας. Αυτό που έχει φανεί ότι είναι παράγοντας κινδύνου για δυσκολίες στα παιδιά, είτε σε επίπεδο συναισθήματος, είτε διαγωγής, είναι η έλλειψη ποιοτικού χρόνου και επικοινωνίας. Δεν αρκεί να είσαι δίπλα στο παιδί, αλλά να συμμετέχεις σε μια διάδραση ποιοτική και ουσιαστική».

Ωστόσο, αδιαμφισβήτητα, η καθημερινή πίεση είναι μεγάλη και η δυσκολία διαχείρισης της καθημερινότητας εξαιρετικά δύσκολη. Από τα συμφραζόμενα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι περισσότεροι άνθρωποι απ' ότι στο παρελθόν έχουν εμφανίσει κατάθλιψη ή είναι υποψιασμένοι αναφορικά με τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Παράλληλα, έχουν προκύψει και νέοι όροι όπως η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, της οποίας αν διαβάσει κανείς τα συμπτώματα θεωρεί ότι πάσχει από αυτή. Άλλωστε σ' ένα αστικό περιβάλλον, όπως αυτό έχει δημιουργηθεί, το άγχος είναι μέρος της ζωής μας. Άρα τι γίνεται σε αυτή την περίπτωση; Εάν δεν επισκεφθεί κανείς τον ειδικό, λόγω του ότι κοστίζει, ή επειδή το σύστημα υγείας δεν έχει την υποδομή για άτομα που βιώνουν αυτά τα συμπτώματα, καταφεύγει στον φαρμακοποιό της γειτονιάς για να προμηθευτεί το αντικαταθλιπτικό που κάποιος συγγενής ή γείτονας του υπέδειξε. Δεν χρειάζεται συνταγή γιατρού.

«Είναι μια γρήγορη λύση ακόμη και για κάποιον που έχει μια ελαφριάς μορφή κατάθλιψης, ή είναι ιδιαίτερα αγχωμένος σε κάποια φάση της ζωής του» λέει ο κ. Γιώργος Παπαχαρίσης, φαρμακοποιός και συγγραφέας του βιβλίου «Σύγχρονη Φαρμακολογία». Ο ίδιος εκτιμά ότι οι πωλήσεις αντικαταθλιπτικών έχουν αυξηθεί κατά τουλάχιστον 45% από την αρχή της οικονομικής κρίσης. Είναι πολύ εύκολο να πάρει κάποιος ένα από αυτά τα φάρμακα και συνήθως πρόκειται για παραγωγικές ηλικίες, 30 με 45 ετών.

 

«Γράφουν φάρμακα στο βιβλιάριο της γιαγιάς για να αποφύγουν το στίγμα, και μετά τα χάπια μοιράζονται μεταξύ της οικογένειας κατά βούληση»

 

Η κουλτούρα του Quick Fix: Όταν τα αντικαταθλιπτικά χάπια θεωρούνται η εύκολη λύση

Την ίδια τοποθέτηση κάνει και η φαρμακοποιός Μ.Σ από την Εύβοια η οποία αναφέρει πως πολλοί είναι αυτοί που αρχικά ζητούν κάποια φυτικά χάπια για να μπορέσουν να κοιμηθούν. Δεν περνάει πολύς καιρός και ανεβαίνουν κατηγορία. Συνήθως μαθαίνουν γι' αυτά από κάποιον γνωστό.

«Εμείς τους ρωτάμε εάν τους τα έχει γράψει γιατρός και κρίνουμε κατά περίπτωση. Ωστόσο υπάρχουν και αυτοί που γράφουν φάρμακα στο βιβλιάριο της γιαγιάς για να αποφύγουν το στίγμα, και μετά τα χάπια μοιράζονται μεταξύ της οικογένειας κατά βούληση» λέει η ίδια και σημειώνει πως ακόμη και χάπια που θέλουν συνταγή γιατρού, χάπια που είναι εθιστικά και κοστίζουν λιγότερο από δύο ευρώ βρίσκονται σχεδόν σε κάθε σπίτι στην επαρχία.

«Είναι μια εύκολη λύση που στοχεύει στην ταχεία επίλυση του προβλήματος. Αντί κάποιος να πάει στον ψυχίατρο, που μπορεί να κοστίσει πάνω από 60 ευρώ, έρχεται στο φαρμακείο και παίρνει ένα κουτί αντικαταθλιπτικά και κερδίζει και από το ασφαλιστικό του ταμείο κάποιο ποσό με αποτέλεσμα με λιγότερο από 60 ευρώ να κάνει τη δουλειά του» λέει η Μ.Σ.

«Είμαι αντίθετος στο να βλέπω το χάπι ως εύκολη λύση. Υπάρχουν λύσεις που είναι αποδοτικές και λύσεις που δεν είναι αποδοτικές. Αυτό που συμβαίνει με τα χάπια και όλοι το ξέρουμε είναι ότι κάποιος θα τα πάρει, αλλά δεν θα τα πάρει σωστά, γιατί και η φαρμακοθεραπεία έχει τη διάρκειά της. Μια θεραπεία μπορεί να είναι αποδοτική αρκετό καιρό μετά την παρέλευση των πρώτων συμπτωμάτων. Εκεί εντοπίζεται και ένα από τα προβλήματα. Κάποιος θα τα πάρει για λίγο διάστημα και μετά δεν θα συνεχίσει, είτε γιατί πιέζεται οικονομικά, είτε διότι δεν θέλει να φαίνεται στο βιβλιάριό του ότι παίρνει ψυχοφάρμακα», συμπληρώνει ο κ. Απόστολος Βούρδας.

 

Τι γίνεται με τα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας;

Εκτός όμως των ενηλίκων υπάρχουν και τα παιδιά που με τον ένα ή άλλο τρόπο πλήττονται από την κρίση. Ο κ. Βούρδας αναφέρει ότι ο δημόσιος τομέας δεν προσφέρει ψυχοθεραπείες ή προσφέρει πολύ λίγες γιατί δεν υπάρχει το προσωπικό. Μπορεί να κάνει διαγνώσεις και μετά οι θεραπείες να γίνονται από ιδιωτικά κέντρα. Άρα υπάρχει μια πρακτική δυσκολία. Το δημόσιο δεν έχει προσωπικό για να κάνει ψυχοθεραπείες, αυτές τις αναλαμβάνουν ιδιωτικοί φορείς η ποιότητα των οποίων δεν ελέγχεται και οι γονείς είναι άγνωστο πότε θα πάρουν από τα ταμεία ένα μέρος των χρημάτων που έχουν καταβάλει.

Μιλώντας για τα παιδιά, ο κ. Βούρδας, δημιουργός επίσης του προγράμματος, Θετικοί γονείς – Χαρούμενα Παιδιά, το οποίο πραγματοποιείται με δωρεά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, αναφέρει ότι σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ, δηλαδή της υπερσυνταγογράφησης ψυχοφαρμάκων στα παιδιά, στην Ελλάδα ισχύει το αντίθετο, δηλαδή υπάρχει υποσυνταγογράφηση, καθώς ιστορικά στη χώρα μας δινόταν έμφαση στην ψυχοθεραπεία. Επίσης επισημαίνει ότι τα φάρμακα στα παιδιά δεν λειτουργούν το ίδιο καλά όπως στους ενήλικες, ίσως λόγω της ανάπτυξης του εγκεφάλου.

«Ένας άλλος λόγος για τον οποίο η προσέγγιση για τα παιδιά είναι αντιφαρμακευτική, είναι πως επικρατεί η λογική της έσχατης λύσης. Αλλά υπάρχουν λύσεις που δουλεύουν και άλλες που δεν λειτουργούν και ανάλογα με την περίπτωση ίσως να πρέπει να πεις ότι το παιδί τώρα πρέπει να πάρει φάρμακο ή ίσως να χρειαστεί έπειτα από ένα χρόνο».

 

«Υπάρχει διαφορά μεταξύ του συμπτώματος και της διαταραχής. Συμπτώματα μιας νόσου μπορεί να έχουμε πολλοί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε τη διαταραχή.»

 

Εκτός όμως από τα παιδιά και τους ενήλικες στις πόλεις, υπάρχουν και αυτοί που ζουν σε παραμεθόριες περιοχές ή σε άγονες γραμμές. Η εικόνα όπως περιγράφεται είναι δυστοπική, καθώς δεν υπάρχουν οι απαραίτητες υποδομές για την ψυχική υγεία, δεν υπάρχουν ψυχίατροι πρόθυμοι να ζήσουν και να εργαστούν εκεί, ενώ υπάρχουν αναφορές για κατάχρηση ψυχοφαρμάκων. Όσον αφορά στα παιδιά στις Κυκλάδες, υπάρχει μια κινητή μονάδα που επισκέπτεται κάποια νησιά κάθε 15 ημέρες. Όταν πρόκειται για κάτι πιο σοβαρό το πλησιέστερο να πάει κανείς είναι η Σύρος, αν και πιο εύκολο είναι έρθει κάποιος να έρθει στην Αθήνα.

«Δεν είναι λίγες οι φορές που κάνω θεραπεία και διαγνώσεις μέσω Skype» σχολιάζει ο κ. Βούρδας.

 

Τελικά η κατάθλιψη έχει κυριαρχήσει στη ζωή μας; Οι αγχώδεις διαταραχές είναι αυτές που μας χαρακτηρίζουν; Τα συμπτώματα μοιάζουν να αφορούν την πλειονότητα των πολιτών. Πόσο μάλλον για την κατάθλιψη...

«Υπάρχει διαφορά μεταξύ του συμπτώματος και της διαταραχής. Συμπτώματα μιας νόσου μπορεί να έχουμε πολλοί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε τη διαταραχή. Όπως για παράδειγμα μπορεί να βήχουμε και να έχουμε πυρετό αυτό δεν σημαίνει πως έχουμε και πνευμονία. Έτσι λοιπόν ίσως να έχει κανείς συμπτώματα άγχους αλλά αυτό δεν σημαίνει πως έχει συναισθηματική ή αγχώδη διαταραχή. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το καταλάβει σιγά σιγά ο κόσμος» σχολιάζει ο κ. Βούρδας.

Την προσοχή εφιστά και ο κ. Νίκος Τζαβάρας, ψυχίατρος, πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας καθώς όπως σημειώνει υπάρχουν πολλές μορφές κατάθλιψης, άλλες οφείλονται σε οργανικά αίτια, άλλες είναι κοντά στην ψύχωση, υπάρχουν οι νευρωτικές και οι αντιδραστικές. Τονίζει δε, πως τώρα την εποχή της κρίσης, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να οδηγούμαστε σε ασφαλή συμπεράσματα καθώς, σύμφωνα με τις κλινικές εμπειρίες έχουμε μια αύξηση των αποκαλούμενων αντιδραστικών – νευρωτικών καταθλίψεων που μπορούν να αποδοθούν στην επιβάρυνση που δέχεται το άτομο κάτω από διάφορες συνθήκες.

«Αυτό έχει μεγάλη σημασία γιατί ανάλογα με τη φαινομενολογία μιας κατάθλιψης προκύπτουν και οι ανάλογες θεραπευτικές και ψυχοθεραπευτικές υποχρεώσεις. Η σύγχρονη ψυχιατρική διαθέτει πάρα πολλές δυνατότητες για να επηρεάσει θετικά όσους υποφέρουν από καταθλίψεις» αναφέρει και δίνει έμφαση στη συμπαράσταση του ψυχιάτρου ή του ψυχολόγου, πέρα από τη φαρμακευτική αγωγή.

Ακόμη διευκρινίζει ότι η καταφυγή στα ψυχοφάρμακα είναι η χειρότερη επιλογή για ορισμένου τύπου ψυχιατρικές καταστάσεις. Αυτά θα πρέπει να δίνονται όπως κρίνει ο ειδικός, γιατί δρουν με ποικίλους τρόπους και οι γιατροί γνωρίζουν ποιοι είναι αυτοί.

«Τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να αγοράσει κάποιος από το φαρμακείο χωρίς συνταγή γιατί δεν δημιουργούν εξάρτηση, αντίθετα με τις βενζοδιαζεπίνες. Εντούτοις η επιλογή τέτοιων φαρμάκων πρέπει να λαμβάνει χώρα με τη γνώμη του ψυχιάτρου. Μπορεί να μην χρειάζονται συνταγή γιατρού, αλλά κανείς δεν αποκλείει ότι μπορεί να υπάρξουν παρενέργειες, ενώ δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν και στη βελτίωση των συμπτωμάτων».

«Δυστυχώς στη σημερινή εποχή υπάρχει η τάση να καταφεύγουμε σε μεθόδους για να αντιμετωπίσουμε τα όποια προβλήματα ή τη θλίψη που και αυτή είναι μια μορφή κατάθλιψης. Χρειάζεται η προσπάθεια του ατόμου για να αντιμετωπίσει τα πολύ συγκεκριμένα καθημερινά προβλήματα, με τη βοήθεια, την αρωγή των φίλων» συνεχίζει ο κ. Τζαβάρας.

 

«Όμως όπως και οι ρυτίδες μπορεί να είναι όμορφες, έτσι και ο πόνος και η στεναχώρια μπορεί τελικά να μας κάνουν πιο δυνατούς»

 

«Σαφώς και ασχολούμαστε με τα θέματα της ψυχικής υγείας περισσότερο, με την έννοια να είμαστε καλά και προσπαθούμε να είμαστε όσο πιο καλά γίνεται και όσο περισσότερο μπορούμε, αυτό δεν αφορά μόνο την ψυχική υγεία, αλλά αφορά και άλλους τομείς που έχουν για παράδειγμα να κάνουν με την αισθητική και την εξωτερική μας εμφάνιση, από τον οδοντίατρο μέχρι τον πλαστικό χειρουργό», προσθέτει ο κ. Απόστολος Βούρδας και λέει πως αυτή η τάση έχει περάσει και στην ψυχιατρική. «Ο κόσμος πηγαίνει για να είναι σούπερ καλά, γιατί ορισμένοι δεν αντέχουν την παραμικρή δυσκολία στον ψυχισμό τους. Είναι μια γενικότερη στάση ζωής που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται».

 

Η ψυχή δεν οφείλει να εκχωρείται μόνο στους ψυχιάτρους

 

«Όμως όπως και οι ρυτίδες μπορεί να είναι όμορφες, έτσι και ο πόνος και η στεναχώρια μπορεί τελικά να μας κάνουν πιο δυνατούς» λέει ο ίδιος και κάνει λόγο για μια συναισθηματική ωριμότητα που δεν αρνείται τον πόνο και τη στεναχώρια. «Η άρνηση της δυσκολίας δεν βοηθάει, αντίθετα δυσκολεύει τη ζωή» καταλήγει.

«Ο εκψυχιατρισμός των κοινωνικών φαινομένων, των υποκειμενικών καταστάσεων οδηγεί σε παραμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων. Η ψυχή δεν οφείλει να εκχωρείται μόνο στους ψυχιάτρους, είναι ένα γενικότερο γνώρισμα του ανθρώπου και έχει να κάνει με την κοινωνική συνείδηση, την ηθική ποιότητα και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει κανείς τις δυσκολίες που καθημερινά συναντά» λέει από την πλευρά του ο κ. Τζαβάρας και αφήνει αιχμές για τη συμφεροντολογική σχέση ψυχιάτρων και φαρμακοβιομηχανίας, οι οποίοι από κοινού καλλιεργούν την ιδεολογία μιας μόνιμης και διευρυμένης ψυχιατρικής αγωγής.

 

Δημοσθένης Γκαβέας 

 

 

Πηγή: huffingtonpost.gr

Published in Υγεία

 

Τα παιδιά και οι νέοι περισσότερο από κάθε άλλη εποχή σήμερα, παρουσιάζουν αυξανόμενα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους, παρά την κοινωνική ευημερία. Μήπως κάνουμε κάτι λάθος;


Τα ποσοστά της κατάθλιψης και του άγχους μεταξύ των παιδιών και των νέων στο δυτικό πολιτισμό, αυξάνονται σταθερά τα τελευταία 50-70 χρόνια. Σήμερα, σε σύγκριση με μισό αιώνα πριν και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, πέντε έως οκτώ φορές περισσότεροι φοιτητές και μαθητές γυμνασίου, πληρούν τα κριτήρια για τη διάγνωση της μείζονος κατάθλιψης και/ή της αγχώδους διαταραχής. Αυτή η αυξημένη ψυχοπαθολογία δεν είναι το αποτέλεσμα των αλλαγών των διαγνωστικών κριτηρίων αλλά παραμένει ακόμα και όταν οι μετρήσεις και τα κριτήρια είναι σταθερά.

Η πιο πρόσφατη απόδειξη για την απότομη διαγενεακή άνοδο της κατάθλιψης, του άγχους και άλλων ψυχικών διαταραχών, προέρχεται από μια μελέτη που μόλις κυκλοφόρησε από το Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο[1]. Η Twenge, βασική συγγραφέας της έρευνας και οι συνάδελφοί της, αξιοποίησαν τα δεδομένα από τη χορήγηση του Πολυφασικού Ερωτηματολογίου Προσωπικότητας της Μιννεσότα - MMPI (ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιείται για να αξιολογήσει ένα εύρος ψυχικών διαταραχών), το οποίο έχει δοθεί σε μεγάλα δείγματα φοιτητών σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1938 και της έκδοσης MMPI-A που χρησιμοποιείται στους νεότερους εφήβους και έχει δοθεί σε δείγματα των μαθητών του λυκείου από το 1951. Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με άλλες μελέτες, χρησιμοποιώντας μια ποικιλία δεικτών, που δείχνουν επίσης δραματικές αυξήσεις στο άγχος και την κατάθλιψη στα παιδιά καθώς και τους εφήβους και τους νέους ενήλικες κατά τα τελευταία πέντε ή περισσότερα χρόνια.

 

"Θα θέλαμε να σκεφτούμε την ιστορία ως μία προοδευτική διαδικασία, αλλά εάν η πρόοδος μετράται από την ψυχική υγεία και την ευτυχία των νέων ανθρώπων, τότε πηγαίνουμε προς τα πίσω, τουλάχιστον στις αρχές της δεκαετίας του 1950."

 

Το ερώτημα που θέλω να θίξω εδώ, είναι γιατί συμβαίνει αυτό.

Η αυξημένη ψυχοπαθολογία φαίνεται να μην έχει σχέση με ρεαλιστικούς κινδύνους και αβεβαιότητες στον ευρύτερο κόσμο. Οι αλλαγές στην ψυχοπαθολογία δεν συσχετίζονται τόσο με οικονομικούς κύκλους, πολέμους ή οποιαδήποτε από τα άλλα είδη των παγκόσμιων γεγονότων τα οποία οι άνθρωποι συχνά υποστηρίζουν ότι επηρεάζουν τις νοητικές καταστάσεις των παιδιών. Τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης στα παιδιά και τους εφήβους, ήταν πολύ χαμηλότερα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, του Ψυχρού Πολέμου και της ταραχώδους δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του '70, απ' ό,τι είναι σήμερα. Οι αλλαγές φαίνεται να έχουν να κάνουν πολύ περισσότερο με τον τρόπο που οι νέοι βλέπουν τον κόσμο, από ό,τι με τον τρόπο που ο κόσμος πραγματικά είναι.

 

Οι νέοι έχουν μειωμένη αίσθηση του προσωπικού ελέγχου απέναντι στη μοίρα τους

Ένα πράγμα που γνωρίζουμε για το άγχος και την κατάθλιψη είναι ότι συσχετίζονται σημαντικά με την αίσθηση του ελέγχου ή της έλλειψης ελέγχου των ανθρώπων επί τη δικής τους ζωής. Οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι είναι υπεύθυνοι για τη μοίρα τους, είναι λιγότερο πιθανό να έχουν άγχος ή κατάθλιψη από εκείνους που πιστεύουν ότι είναι θύματα των περιστάσεων πέρα ​​από τον έλεγχό τους.

Ίσως σκεφτείτε ότι η αίσθηση του προσωπικού ελέγχου θα ήταν αυξημένη κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Η πραγματική πρόοδος έχει σημειωθεί στην ικανότητά μας για την πρόληψη και τη θεραπεία ασθενειών˙ οι παλιές προκαταλήψεις που περιόριζαν τις επιλογές των ανθρώπων λόγω της φυλής, του φύλου ή του γενετήσιου προσανατολισμού έχουν μειωθεί και ο μέσος άνθρωπος είναι πλουσιότερος από ό,τι στο παρελθόν. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η πίστη των νέων στον έλεγχο επί του δικού τους πεπρωμένου, έχει μειωθεί κατακόρυφα κατά τη διάρκεια των δεκαετιών.

Η πρότυπη μέτρηση της αίσθησης του ελέγχου είναι ένα ερωτηματολόγιο που αναπτύχθηκε από τον Julien Rotter στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και ονομάζεται Εσωτερική-Εξωτερική Κλίμακα Πηγής Ελέγχου. Το ερωτηματολόγιο αποτελείται από 23 ζεύγη δηλώσεων. Η μια δήλωση σε κάθε ζεύγος αντιπροσωπεύει την πίστη σε μια εσωτερική πηγή ελέγχου (έλεγχος από το άτομο) και η άλλη αντιπροσωπεύει την πίστη σε μια εξωτερική πηγή ελέγχου (έλεγχος από τις περιστάσεις έξω από το άτομο). Το πρόσωπο που κάνει το τεστ πρέπει να αποφασίσει ποια δήλωση σε κάθε ζεύγος είναι πιο αληθινή. Ένα ζεύγος δηλώσεων, για παράδειγμα, είναι το ακόλουθο:

Α) Έχω διαπιστώσει ότι αυτό που πρόκειται να συμβεί, θα συμβεί.

Β) Η εμπιστοσύνη στην μοίρα, δεν έχει αποδειχθεί καλή επιλογή για μένα, όπως να πάρω μια απόφασης για να ακολουθήσω μια συγκεκριμένη πορεία.

Σε αυτήν την περίπτωση, η επιλογή (α) αντιπροσωπεύει μία εξωτερική πηγή ελέγχου και η (β) αντιπροσωπεύει μία εσωτερική πηγή ελέγχου.

 

Πολλές μελέτες κατά τη διάρκεια των ετών έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που έχουν αυξημένες μετρήσεις προς την εσωτερική πηγή ελέγχου της κλίμακας Rotter, τα πάνε καλύτερα στη ζωή από ό,τι εκείνοι που κλίνουν προς την εξωτερική πηγή ελέγχου. [2] Έτσι, είναι πιο πιθανό να βρουν τις καλές θέσεις εργασίας που θέλουν, να φροντίζουν για την υγεία τους και να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινότητές τους και είναι λιγότερο πιθανό να έχουν άγχος ή κατάθλιψη.

Σε μια ερευνητική μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από λίγα χρόνια, η Twenge και οι συνεργάτες της ανέλυσαν τα αποτελέσματα πολλών προηγούμενων μελετών που χρησιμοποίησαν την Κλίμακα Rotter με νέους από το 1960 έως το 2002. [3] Διαπίστωσαν ότι κατά την περίοδο αυτή οι μέσες μετρήσεις για παιδιά ηλικίας 9 έως 14 ετών καθώς και για τους φοιτητές, μετατοπίστηκαν δραματικά μακριά από την εσωτερική πηγή ελέγχου προς την άκρη του εξωτερικού ελέγχου της κλίμακας. Στην πραγματικότητα, η μετατόπιση ήταν τόσο μεγάλη, ώστε το μέσο νεαρό άτομο το 2002 έκλινε περισσότερο στην εξωτερική πηγή ελέγχου από ό,τι το 80% των νέων στη δεκαετία του 1960. Η αύξηση της εξωτερικότητας στην κλίμακα Rotter κατά την περίοδο των 42 ετών, έδειξε την ίδια γραμμική τάση όπως και η αύξηση της κατάθλιψης και του άγχους.

Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η άνοδος στην εξωτερική πηγή ελέγχου (με ταυτόχρονη μείωση της εσωτερικής πηγής ελέγχου) σχετίζεται αιτιολογικά με την αύξηση του άγχους και της κατάθλιψης. Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι έχουν ελάχιστο ή καθόλου έλεγχο πάνω στην τύχη τους, γίνονται ανήσυχοι: «Κάτι τρομερό μπορεί να συμβεί σε μένα ανά πάσα στιγμή και δεν θα μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό». Όταν το άγχος και η αίσθηση της αδυναμίας γίνονται πάρα πολύ έντονα, οι άνθρωποι γίνονται καταθλιπτικοί: «Δεν υπάρχει κανένα νόημα να προσπαθήσω, είμαι καταδικασμένος».

 

Στροφή προς τους εξωγενείς στόχους, μακριά από εσωτερικούς στόχους

Η θεωρία της Twenge είναι ότι οι διαγενεακές αυξήσεις άγχους και κατάθλιψης σχετίζονται με μια μετατόπιση από τους «εσωτερικούς» στόχους σε «εξωγενείς». [1] Οι εσωτερικοί στόχοι είναι αυτοί που αφορούν στην ανάπτυξη του ανθρώπου ως πρόσωπο, όπως να καταστήσει τον εαυτό του υπεύθυνο για τις επιλογές του και να αναπτύξει μία ουσιαστική φιλοσοφία στη ζωή. Οι εξωγενείς στόχοι, από την άλλη πλευρά, είναι εκείνοι που έχουν να κάνουν με υλικές ανταμοιβές και τις κρίσεις των άλλων ανθρώπων. Περιλαμβάνουν τους στόχους των υψηλών εισοδημάτων, το κοινωνικό προφίλ και την όμορφη εμφάνιση.

Η Twenge παραθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι νέοι σήμερα είναι, κατά μέσο όρο, περισσότερο προσανατολισμένοι προς τους εξωγενείς στόχους και λιγότερο προσανατολισμένοι προς τους εσωτερικούς στόχους από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Για παράδειγμα, μια ετήσια δημοσκόπηση σε πρωτοετείς φοιτητές δείχνει ότι, οι περισσότεροι φοιτητές σήμερα υποστηρίζουν ως πιο σημαντικό για αυτούς να «είναι εύποροι οικονομικά» από ό,τι «να αναπτύξουν μια ουσιαστική φιλοσοφία στη ζωή». Το αντίστροφο συνέβαινε στη δεκαετία του 1960 και του 1970. [4]

Η στροφή προς τους εξωγενείς στόχους θα μπορούσε κάλλιστα να σχετίζεται αιτιολογικά με τη στροφή προς μια εξωτερική πηγή ελέγχου. Έχουμε πολύ λιγότερο προσωπικό έλεγχο πάνω στην επίτευξη των εξωγενών στόχων από ό,τι των εσωτερικών. Μπορώ, μέσα από την προσωπική προσπάθεια, να βελτιώσω αρκετά τις ικανότητές μου, αλλά αυτό δεν εγγυάται ότι θα γίνω πλούσιος. Μπορώ, μέσα από πνευματικές πρακτικές ή φιλοσοφικές αναζητήσεις, να βρω τη δική μου αίσθηση του νοήματος στη ζωή, αλλά αυτό δεν εγγυάται ότι οι άνθρωποι θα με βρουν πιο ελκυστικό ή θα με επαινέσουν. Στο βαθμό που η συναισθηματική μου αίσθηση ικανοποίησης προέρχεται από την πρόοδο προς τους εσωτερικούς στόχους μπορώ να ελέγξω τη συναισθηματική ευημερία μου. Στο βαθμό που η ικανοποίηση μου προέρχεται από τις αποφάσεις και τις ανταμοιβές των άλλων, έχω πολύ λιγότερο έλεγχο πάνω στη συναισθηματική μου κατάσταση.

Η Twenge προτείνει ότι η μετατόπιση από εσωτερικούς σε εξωγενείς στόχους αντιπροσωπεύει μια γενική στροφή προς μια κουλτούρα του υλισμού, που μεταδίδεται μέσω της τηλεόρασης και άλλων μέσων μαζικής ενημέρωσης. Οι νέοι άνθρωποι εκτίθενται από τη γέννηση τους στις διαφημίσεις και τα άλλα μηνύματα που υποστηρίζουν ότι η ευτυχία εξαρτάται από την καλή εμφάνιση, την δημοσιότητα και τα υλικά αγαθά. Η εικασία μου είναι ότι η Twenge είναι τουλάχιστον εν μέρει σωστή για αυτό, αλλά εγώ θα προτείνω μια περαιτέρω αιτία, η οποία νομίζω ότι είναι ακόμη πιο σημαντική και βασική: Η υπόθεσή μου είναι ότι η διαγενεακή αύξηση προς την εξωτερικότητα, των εξωγενών στόχων, του άγχους και της κατάθλιψης προκαλούνται όλα σε μεγάλο βαθμό από τη μείωση, κατά την ίδια περίοδο, των ευκαιριών για ελεύθερο παιχνίδι και της αύξησης του χρόνου και του βάρους που δίνεται στην εκπαίδευση.

 

Πώς η μείωση του ελεύθερου παιχνιδιού έχει συμβάλει στην ύφεση της αίσθησης του ελέγχου και των εσωτερικών στόχων και στην άνοδο του άγχους και της κατάθλιψης

Η ελευθερία των παιδιών να παίξουν και να εξερευνήσουν από μόνα τους, ανεξάρτητα από την άμεση καθοδήγηση και την κατεύθυνση των ενηλίκων, έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Το ελεύθερο παιχνίδι και η εξερεύνηση είναι, ιστορικά, ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να λύνουν τα προβλήματά τους, να ελέγχουν τις ζωές τους, να αναπτύσσουν τα δικά τους συμφέροντα και να γίνουν υπεύθυνα για την επιδίωξη των δικών τους συμφερόντων. Στην πραγματικότητα, το παιχνίδι, εξ ορισμού, είναι δραστηριότητα που ελέγχεται και διευθύνεται από τους παίκτες και το παιχνίδι, εξ ορισμού, απευθύνεται προς τους εσωτερικούς και όχι τους εξωγενείς στόχους.

 

"Στερώντας από τα παιδιά τις ευκαιρίες να παίξουν μόνα τους, μακριά από την άμεση εποπτεία και τον έλεγχο των ενηλίκων, τους στερούμε τις ευκαιρίες για να μάθουν πώς να παίρνουν τον έλεγχο της δικής τους ζωής."

 

Μπορεί να νομίζουμε ότι τα προστατεύουμε, αλλά στην πραγματικότητα μειώνουμε τη χαρά τους, μειώνοντας την αίσθηση του αυτο-ελέγχου, εμποδίζοντάς τα να ανακαλύψουν και να εξερευνήσουν πιθανότητες που θα τους ικανοποιούσαν και αυξάνοντας τις πιθανότητες να υποφέρουν από άγχος, κατάθλιψη και άλλες διαταραχές.

 

Πώς η καταναγκαστική εκπαίδευση στερεί από τους νέους τον προσωπικό έλεγχο και τους κατευθύνει προς τους εξωγενείς στόχους, προωθώντας το άγχος και την κατάθλιψη

Κατά την διάρκεια του ίδιου μισού αιώνα ή περισσότερο, όταν και το ελεύθερο παιχνίδι έχει μειωθεί, αυξάνονται συνεχώς οι ώρες του σχολείου και οι σχολικές δραστηριότητες (όπως τα μαθήματα εκτός σχολείου και τα σπορ που ελέγχονται από τους ενήλικες). Τα παιδιά σήμερα ξοδεύουν περισσότερες ώρες την ημέρα, ημέρες το χρόνο και χρόνια της ζωής τους στο σχολείο από ό,τι ποτέ πριν. Δίνεται περισσότερο βάρος από ποτέ στις εξετάσεις και στους βαθμούς. Έξω από το σχολείο, τα παιδιά περνούν περισσότερο χρόνο από ποτέ σε περιβάλλοντα στα οποία κατευθύνονται, προστατεύονται, τροφοδοτούνται, κατατάσονται, κρίνονται και επιβραβεύονται από τους ενήλικες. Σε όλα αυτά τα περιβάλλοντα οι ενήλικες έχουν τον έλεγχο, όχι τα παιδιά.

Στο σχολείο, τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα ότι δεν υπολογίζονται οι δικές τους επιλογές δραστηριοτήτων και οι δικές τους υπεύθυνες αποφάσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι οι επιλογές και οι αποφάσεις των καθηγητών. Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι εντελώς προβλέψιμοι: μπορεί οι μαθητές να μελετούν σκληρά αλλά να πάρουν ένα άσχημο βαθμό επειδή δεν καταλάβαν τι ακριβώς ο ήθελε δάσκαλος να διαβάσουν ή δεν μάντεψαν σωστά τι ερωτήσεις θα έκανε. Στα μυαλά της μεγάλης πλειοψηφίας των μαθητών, ο στόχος δεν είναι η επάρκεια, αλλά οι καλοί βαθμοί. Με δεδομένη την επιλογή μεταξύ της πραγματικής μάθησης ενός θέματος και της αριστείας, η μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών, χωρίς δισταγμό, θα επιλέξει το τελευταίο.

Αυτό είναι αλήθεια σε κάθε στάδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τουλάχιστον μέχρι το επίπεδο των μεταπτυχιακών σπουδών. Αυτό δεν είναι σφάλμα των φοιτητών, αλλά δικό μας λάθος. Το έχουμε δημιουργήσει με αυτόν τον τρόπο. Το σύστημα του συνεχούς ελέγχου και της αξιολόγησης στο σχολείο, η οποία γίνεται όλο και πιο έντονη με κάθε χρόνο που περνάει, είναι ένα σύστημα που αντικαθιστά πολύ καθαρά τις εξωγενείς ανταμοιβές και τους στόχους για τους αντίστοιχους εσωτερικούς. Είναι σχεδόν σχεδιασμένο για να παράγει άγχος και κατάθλιψη. [5]

Το σχολείο είναι επίσης ένα μέρος όπου τα παιδιά έχουν ελάχιστη επιλογή σχετικά με ποια πρόσωπα μπορούν να σχετιστούν. Καθοδηγούνται να βρίσκονται σε χώρους που είναι γεμάτοι με άλλα παιδιά που δεν επέλεξαν και πρέπει να περάσουν ένα μεγάλο μέρος της κάθε σχολικής ημέρας εκεί. Στο ελεύθερο παιχνίδι, τα παιδιά που αισθάνονται παρενόχληση ή εκφοβισμό μπορούν να φύγουν και να βρούν άλλη ομάδα που είναι πιο συμβατή, όμως στο σχολείο δεν μπορούν. Αν οι νταήδες είναι άλλοι μαθητές ή καθηγητές (που είναι πάρα πολύ κοινό), το παιδί δεν έχει συνήθως καμία επιλογή παρά να αντιμετωπίζει καθημερινά τα εν λόγω πρόσωπα.

Τα αποτελέσματα είναι μερικές φορές καταστροφικά.

Πριν από μερικά χρόνια, ερευνητές διεξήγαγαν μια μελέτη για να μετρήσουν την ευτυχία και τη δυστυχία σε μαθητές των δημόσιων σχολείων [6]. Κάθε ένας από τους 828 συμμετέχοντες, προερχόμενοι από 33 διαφορετικά σχολεία σε 12 διαφορετικές κοινότητες σε ολόκληρη τη χώρα, φορούσε ένα ειδικό ρολόι για μια εβδομάδα, προγραμματισμένο να ειδοποιεί μέσω ενός σήματος σε τυχαίες χρονικές στιγμές από τις 07.30 το πρωί ως τις 22:30. Κάθε φορά που το σήμα ακουγόταν οι συμμετέχοντες συμπλήρωναν ένα ερωτηματολόγιο δείχνοντας πού ήταν, τι έκαναν, και πόσο ευτυχισμένοι ή δυστυχισμένοι ήταν εκείνη τη στιγμή.

Τα χαμηλότερα επίπεδα της ευτυχίας, με μεγάλη διαφορά (και αυτό δεν είναι έκπληξη) παρουσιάστηκαν όταν τα παιδιά ήταν στο σχολείο και τα υψηλότερα επίπεδα σημειώθηκαν όταν ήταν έξω από το σχολείο και συνομιλούσαν ή έπαιζαν με τους φίλους τους. Ο χρόνος που δαπανούσαν με τους γονείς παρουσιάστηκε στο μέσο του διαστήματος. Ο μέσος όρος της ευτυχίας αυξανόταν τα Σαββατοκύριακα, αλλά στη συνέχεια έπεφτε αργά την Κυριακή το απόγευμα μέχρι το βράδυ, εν αναμονή της ερχόμενης εβδομάδας.

Ως κοινωνία έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά πρέπει να περάσουν ένα μεγάλο διάστημα του χρόνου τους στο ίδιο περιβάλλον, στο οποίο δεν θέλουν να βρίσκονται. Το κόστος αυτής της πεποίθησης, όπως μετράται από την ευτυχία και την ψυχική υγεία των παιδιών μας, είναι τεράστιο.

Είναι ώρα να επανεξετάσουμε την εκπαίδευση.

 

Υπάρχει ένας άλλος τρόπος

Όποιος κοιτάζει με ειλικρίνεια τις εμπειρίες των μαθητών στο δημοκρατικό μοντέλο του σχολείου Sudbury, όπου επικρατεί η ελευθερία, το παιχνίδι και η αυτο-κατευθυνόμενη εξερεύνηση, ξέρει ότι υπάρχει και άλλος τρόπος. Δεν χρειάζεται να τρελαίνουμε τα παιδιά για να εκπαιδευθούν. Οι νέοι εκπαιδεύουν τους εαυτούς τους έχοντας ελευθερία και ευκαιρίες, χωρίς καταναγκασμό. Και το κάνουν με χαρά και κατά τη διαδικασία αυτή αναπτύσουν εσωτερικές αξίες, προσωπικό αυτο-έλεγχο και συναισθηματική ευεξία. Ίσως έφτασε η ώρα για την κοινωνία να αντικρίσει ειλικρινά την κατάσταση.

 

Πηγή: psychologytoday.com

 

Βιβλιογραφία

·      [1] Twenge, J., et al., (2010). Birth cohort increases in psychopathology among young Americans, 1938-2007: A cross-temporal meta-analysis of the MMPI. In press, Clinical Psychology Review 30, 145-154.

·      [2] For references, see Twenge et al. (2004).

·      [3] Twenge, J. et al. (2004). Its beyond my control: A cross-temporal meta-analysis of increasing externality in locus of control, 1960-2002. Personality and Social Psychology Review, 8, 308-319.

·      [4] Pryor, J. H., et al. (2007). The American freshman: Forty-year trends, 1966-2006. Los Angeles: Higher Education Research Institute.

·      [5] Consistent with this claim is evidence that the more academically competitive the school, the greater is the incidence of student depression. Herman, K. C., et al. (2009). Childhood depression: Rethinking the role of school. Psychology in the Schools, 46, 433-446.

·      [6] Csikszentmihalyi, M., & Hunter, J. (2003). Happiness in everyday life: The uses of experience sampling. Journal of Happiness Studies, 4, 185-199.


 

Πηγή: psychologynow.gr

Published in Ευεξία

Εντελέχεια

Το Εντελέχεια είναι ένας «πολυχώρος» με κατεύθυνση προς την απόκτηση ποιότητας ζωής, ψυχικής ανάτασης, σωματικής υγείας και ευεξίας και προς την ανάπτυξη υγιών διαπροσωπικών σχέσεων, επαφής, αυτογνωσίας.

Τι νέο υπάρχει

16 Ιουλίου 2019

Newsletter

Οι δράσεις μας και οι υπηρεσίες μας θα ανανεώνονται και θα εμπλουτίζονται. Θα χαρούμε να μείνετε κοντά μας!